ημίλιτρον

ημίλιτρον
το половина литра

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ημίλιτρον" в других словарях:

  • ημίλιτρον — ἡμίλιτρον, τὸ (Α) 1. μισός οβολός 2. ημιλίτριον*, μισή λίτρα …   Dictionary of Greek

  • ἡμίλιτρον — half obol neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμιλίτρου — ἡμίλιτρον half obol neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμιλίτρῳ — ἡμίλιτρον half obol neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • LIBRA Nummaria — nomen a pondo cepit, quod libram, quam vocant Troianam, i. e. uncias 12. olim pendebat. Inde Saxonibus punde, Anglis pound. Aestimabatur autem alias solidis, alias denariis, alias oris i. e. unciis. Primo in usum venit Libram numerare. dein cum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ημι- — (AM ἡμι ) αχώριστο πρόθημα ως α συνθετικό λέξεων τής αρχ., μσν. και νεοελλ. γλώσσας που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό είναι: α) το μισό, ως προς το ποσό (πρβλ. ημισέληνος, ημισφαίριο) β) κάτι το ελλιπές, μη τελειωμένο,… …   Dictionary of Greek

  • ημιλίτριον — ἡμιλίτριον, τὸ (Α) [ημίλιτρον] μισή λίτρα …   Dictionary of Greek

  • λίτρα — η (AM λίτρα) νεοελλ. 1. παλαιά ονομασία τού λίτρου 2. βυζαντινή μονάδα βάρους τών νομισμάτων τής αυτοκρατορίας ίση με 327,456 γραμμάρια νεοελλ. μσν. βενετικό νόμισμα ίσο με το 1 / 6 τού δουκάτου μσν. μονάδα επιφανείας ίση με το 1 / 40 τού μοδίου… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»